HomeΥΓΕΙΑΗ έγκαιρη διάγνωση βελτιώνει τα συμπτώματα του αυτισμού

Η έγκαιρη διάγνωση βελτιώνει τα συμπτώματα του αυτισμού

Διαφήμιση

Η έγκαιρη επέμβαση ήδη από την ηλικία των 2 ετών προκειμένου να βοηθηθούν οι γονείς των αυτιστικών παιδιών να επικοινωνήσουν μαζί τους, επιτρέπει να ελαττωθούν τα συμπτώματα του αυτισμού.

Αυτό έδειξε μια βρετανική έρευνα που δημοσιεύθηκε σήμερα στο ιατρικό περιοδικό The Lancet, η οποία διήρκησε έξι χρόνια και αφορούσε παιδιά με βαριά μορφή αυτισμού, πολλά εκ των οποίων δεν ήταν καν σε θέση να μιλήσουν στους γονείς τους.

Η ιδέα των ερευνητών ήταν απλή:

να βελτιώσουν τις γονεϊκές ικανότητες της μητέρας και του πατέρα ώστε να βελτιωθούν οι κοινωνικές δεξιότητες των παιδιών.

Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 152 οικογένειες, ξεκίνησε λίγο αφού τα παιδιά διαγνώστηκαν με αυτισμό, περίπου στην ηλικία των 3 ετών.

Κανονικά τα συμπτώματά τους θα έπρεπε να επιδεινώνονται με το πέρασμα των ετών.

Οι μισές οικογένειες ακολούθησαν τις συνηθισμένες θεραπείες. Το 50% των παιδιών έπασχαν από βαριά μορφή αυτισμού στην αρχή της έρευνας και το ποσοστό τους αυξήθηκε στο 63% έξι χρόνια αργότερα.

Το αντίθετο όμως συνέβη με τις οικογένειες που ακολούθησαν εντατική θεραπεία. Μεταξύ αυτών το 55% των παιδιών έπασχαν από βαριά μορφή αυτισμού στην αρχή και μόνο το 46% έξι χρόνια μετά.

Ο καθηγητής Τζόναθαν Γκριν του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, ο επικεφαλής συντάκτης της έρευνας, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα είναι «εκπληκτικά».

Πρόσθεσε όμως: «Δεν πρόκειται για “θεραπεία”, με την έννοια ότι τα παιδιά που έδειξαν κάποια βελτίωση εξακολουθούσαν να έχουν συμπτώματα αυτισμού».

Πρακτικά, οι γονείς παρακολουθούσαν βίντεο με τους εαυτούς τους να παίζουν με τα παιδιά τους την ώρα που ένας θεραπευτής τους έδινε συγκεκριμένες συμβουλές για το πώς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί τους να επικοινωνήσει.

Πάντως η δρ Κάθριν Όλντρεντ, λογοθεραπεύτρια στο Stockport NHS Trust, υπογράμμισε ότι στόχος δεν είναι να κατηγορηθούν οι γονείς.

«Παίρνουμε την επικοινωνία των γονιών με τα παιδιά και την προωθούμε σε “σούπερ” επίπεδο, τα παιδιά αυτά δεν αρκούνται με το “αρκετά καλά”, έχουν ανάγκη από κάτι εξαιρετικό», εξήγησε.

Οι γονείς συμμετείχαν σε 12 θεραπείες για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών και στη συνέχεια σε μηνιαίες θεραπείες υποστήριξης τους επόμενους έξι μήνες. Παράλληλα αφιέρωναν στο σπίτι 20 με 30 λεπτά καθημερινά σε δραστηριότητες επικοινωνίας και παιχνίδια με τα παιδιά.

Οι γονείς βιντεοσκοπούνταν μαζί με τα παιδιά τους, τα οποία μπορεί να κάθονταν ή να έπαιζαν μόνα τους. Στη συνέχεια οι ερευνητές έδειχναν στους γονείς τα βίντεο και τους εξηγούσαν κάποια σημάδια, που ήταν εύκολο να μην έχουν παρατηρήσει, τα οποία τους έδινε το παιδί όταν ήθελε να παίξει μαζί τους.

Ειδικοί σε θέματα επικοινωνίας συνεργάζονταν με τους γονείς ώστε να τους δώσουν τα απαραίτητα εφόδια για να μπορέσουν να βλέπουν τα σημάδια αυτά και να εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις ευκαιρίες επικοινωνίας με τα παιδιά τους.

Με μικρά βήματα τελικά κατάφερναν τα παιδιά να μιλήσουν περισσότερο.

Επίσης οι γονείς δήλωσαν ότι παρατήρησαν βελτίωση και στη συναναστροφή των παιδιών τους με άλλα παιδιά, αλλά και στις κοινωνικές τους δεξιότητες.

Παρόλα αυτά δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στην πνευματική υγεία των αυτιστικών παιδιών, όπως π.χ. σε συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους κτλ.

Τα παιδιά αυτά καθώς μεγαλώνουν θα συνεχίσουν να έχουν ανάγκη υποστήριξης σε πολλούς τομείς της ζωής τους, σύμφωνα με τους ερευνητές, οι οποίοι εργάζονται για τη βελτίωση της μεθόδου τους.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαφήμιση